Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία, κατά την οποία τα μέρη,με τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τις επιμέρους πτυχές της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους (αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»).

Η διαμεσολάβηση αποτελεί εναλλακτικό τρόπο επίλυσης διαφορών – AlternativeDisputeResolution (ADR). Εφαρμόζεται στην Αμερική από τα τέλη του 1970 και στην Αγγλία από τα τέλη του 1980 με μεγάλη επιτυχία.


Την 21η Μαΐου του 2008 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν την Οδηγία 2008/52/ΕΚ για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στόχος της οδηγίας είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στην εναλλακτική επίλυση των διαφορών και να προαγάγει τον φιλικό διακανονισμό τους,ενθαρρύνοντας την προσφυγή στην διαμεσολάβηση και φροντίζοντας για τη δημιουργία ισόρροπης σχέσης μεταξύ της διαμεσολάβησης και των δικαστικών διαδικασιών.

Η χώρα μας συμμορφώθηκε με την ανωτέρω οδηγία και το ελληνικό κοινοβούλιο θεσμοθέτησε εθνικές διαδικασίες διαμεσολάβησης και ψήφισε τον Ν. 3898/2010 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις».

Σύμφωνα με τον ορισμό του ν. 3898/2010 ( άρθρο 4) ως διαμεσολάβηση νοείται διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μίας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν με συμφωνία τη διαφορά αυτή με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.

Διαφορές που μπορούν να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση είναι διαφορές ιδιωτικού δικαίου (οικογενειακές,μισθωτικές, εμπορικές, εργατικές, αποζημιώσεις, τραπεζικές κ.λ.π) και που τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς. Δεν υπάγονται ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή αξιώσεις κατά του κράτους λόγω πράξεων ή παραλείψεων κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Περισσότερες πληροφορίες για τη Διαμεσολάβηση μπορείτε να διαβάσετε εδώ